-Βλέπεις, φίλε Σάντσο Πάνθα, εκείνους τους τριάντα και περισσότερους γίγαντες που φαίνονται στο βάθος; Σκέφτομαι να δώσω μάχη μαζί τους, κι αφού τους εξοντώσω όλους, ν' αρχίσουμε να πλουτίζουμε με τα λάφυρά τους. -Ποιους γίγαντες; είπε ο Σάντσο Πάνθα. -Εκείνους που βλέπεις εκεί πέρα, απάντησε ο κύριός του, με τα μακρουλά χέρια, που μερικά απ' αυτά ξεπερνάνε τις δυο λεύγες. -Κοιτάχτε η ευγένειά σας, απάντησε ο Σάντσο, αυτού που φαίνονται εκεί πέρα δεν είναι γίγαντες παρά ανεμόμυλοι, κι αυτά που μοιάζουν σαν να 'ναι χέρια τους είναι οι φτερούγες, που, φέροντας βόλτες, κάνουν να γυρίζει η μυλόπετρα. -Είναι φανερό, απάντησε ο Δον Κιχώτης, ότι δεν είσαι ενήμερος σ' αυτό που λέγεται περιπέτεια: εκείνοι είναι γίγαντες κι αν φοβάσαι, τραβήξου πιο κει, και καν' την προσευχή σου όσο εγώ θα δίνω μαζί τους σκληρή κι άνιση μάχη.