Ο Ντιμιτρι ηταν στην αγκαλια μου.
ΜΟΥ ΚΟΠΗΚΕ Η ΑΝΑΣΑ.
Ο Ντιμιτρι ειχε κυλισει στον υπνο του προς το μερος μου, ειχε κανει κουβαρι τις κουβερτες και ακουμπουσε το κεφαλι του στο στηθος μου. Το σωμα του ηταν ξαπλωμενο διπλα στο δικο μου, θερμο και οικειο, και μαλιστα φωλιασε ακομη πιο κοντα μου.
Σαλεψα απαλα, γεματη φοβο, για να περασω το χερι μου γυρω του και να τον τραβηξω πιο κοντα. Ηξερα οτι ρισκαρα, οτι μπορει να ξυπνουσε και να χανοταν η μαγεια. Αλλα δεν συνεβη κατι τετοιο. Απεναντιας, εδειχνε να να χαλαρωνει περισσοτερο. Νιωθοντας τον ετσι...κρατωντας τον...μεσα μου με συνεπαιρναν τα συναισθηματα μου. Μεσα μου εκαιγε ο πονος της απωλειας. Και ταυτοχρονα, οπως τον κρατουσα, ενιωθα τον πονο αυτο να καλμαρει, λες και αποκατασταθηκε ενα κομματι μου, που ειχε χαθει.
Δεν ξερω ποση ωρα εμεινα ετσι με τον Ντιμιτρι. Ειχε περασει αρκετη, απο τοτε που αρχισε να μπαινει απο το ημιδιαφανο υφασμα του αντισκηνου ο ηλιος που ανετελλε. Δεν χρειαζομουν περισσοτερο φως για να τον βλεπω, για να βλεπω τις ομορφες γραμμες του προσωπου του και την απαλοτητα των μαλλιων του καθως ξαπλωνε πανω μου. Ηθελα τοσο πολυ να αγγιξω αυτα τα μαλλια, να δω αν ειχαν την ιδια αισθηση με παλια. Φυσικα, ηταν ανοητο συναισθημα. Τα μαλλια του δεν θα ειχαν αλλαξει. Ωστοσο...η λαχταρα ηταν μεγαλη και τελικα ενεδωσα και περασα τρυφερα τα δαχτυλα σε καποιες σκορπιες μπουκλες. Ηταν απαλες και μεταξενιες και απο μονο του το αγγιγμα εστειλε ριγη στο κορμι μου. Τον ειχα ξυπνησει.
Τα ματια του ανοιξαν και βρεθηκε στιγμιαια σε επαγρυπνηση. Περιμενα να απομακρυνθει αποτομα, αλλα απεναντιας εκτιμησε την κατασταση...και δεν κουνηθηκε. Αφησα το χερι μου εκει που ηταν, στο πλάι του προσωπου του, εξακολουθωντας να του χαϊδευω τα μαλλια. Τα βλεμματα μας ανταμωσαν, ενω μεταξυ μας περνουσαν τοσα πολλα. Εκεινες τις στιγμες δεν ημουν μαζι του σε ενα αντισκηνο, δραπετισσα απο εκεινους που μας θεωρουσαν κακουργους. Δεν υπηρχε δολοφονος για να πιασουμε, δεν υπηρχε το τραυμα του Στριγκόι που επρεπε να ξεπεραστει. Υπηρχε μονο εκεινος και εγω και τα συναισθηματα που εκαιγαν τοσο καιρο αναμεσα μας.
Οταν κουνηθηκε, δεν το εκανε για να απομακρυνθει. Απεναντιας, σηκωσε το κεφαλι για να με κοιταξει. Μονο μερικα εκατοστα μας χωριζαν και τα ματια του τον προδιδαν. Ηθελε να με φιλησει΄ και το ηθελα και εγω. Εγειρε προς το μερος μου, με το ενα χερι να αγγιζει το μαγουλο μου. Ετοιμαστηκα για τα χειλη του -τα ειχα αναγκη- αλλα τοτε παγωσε.
Autore: Richelle Mead